Οι ιστορίες του Τρυποκάρυδου! Ιστορία Νο3.


20 χρονών γομάρι…


Δεν είχε κανέναν να του πει πως τον νοιάζεται. Μόνη του φίλη η οθόνη του υπολογιστή που τον καλωσόριζε λίγο πριν μπει στο διαδίκτυο. Εντάξει… Είχε τους φίλους του από κάτι chat, τους αγνώστους που του μιλούσανε στο facebook, αλλά κάθε φορά που ζητούσε έναν άνθρωπο να είναι εκεί για εκείνον δεν υπήρχε κανείς. “20 χρονών γομάρι” είσαι του λέγε η μάνα του επειδή δεν είχε δουλειά. Δεν είχε καταφέρει να περάσει και σε κάποια σχολή και τα πράγματα ήταν για αυτόν ακόμη πιο δύσκολα. Ένιωθε άχρηστος, και το χειρότερο για αυτόν ήταν πως αισθανόταν πως δεν είχε ακόμη μεγαλώσει και κάθε φορά που έπεφτε η νύχτα έσφιγγε στην αγκαλιά του το μαξιλάρι του όπως τότε που ήταν παιδί. Η μόνη μόνιμη αγκαλιά που είχε ήταν αυτή από το μαξιλάρι του, μόνο που ούτε αυτό μπορούσε να πάρει αγκαλιά το Βασίλη, παρά μόνο εκείνος το αγκάλιαζε και νόμιζε για λίγο πως απάλυνε τον πόνο του και πως δεν ήταν τόσο μόνος. Τότε έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια του και ένιωθε πως υπάρχει κάπου πάνω σ΄ αυτή τη γη δικαιοσύνη, πως υπάρχει Θεός που ίσως κάποτε το δικαιώσει, ίσως και να υπάρχει ένας φύλακας άγγελος που ερχόταν και έκανε την αγκαλιά από το μαξιλάρι αληθινή και τον έκανε να αισθάνεται για λίγο ασφαλής, και ίσως ευτυχισμένος…
Ο Βασίλης δεν είχε τίποτα άλλο δικό του εκτός από τη ψευδαίσθηση με το μαξιλάρι και τον υπολογιστή, που δεν ήταν καν δικός του! Ξυπνούσε το πρωί κατά τις 9, έπαιρνε χρήματα και πήγαινε να συναντήσει ξανά τους αόρατους του φίλους πίσω από την οθόνη. Δε γυρνούσε σπίτι ούτε για φαγητό, μονάχα αργά τη νύχτα όταν το παιχνίδι και οι συνομιλίες με τους αόρατους του φίλους τελείωναν. “Γύρισε το γομάρι” του λέγε η μάνα του, “Έσκαβε πάλι σήμερα ο γιος μου ο άχρηστος!” φώναζε μόλις αντιλαμβανόταν πως είχε μπει στο σπίτι. Εκείνος πήγαινε απευθείας να αγκαλιάσει το μαξιλάρι του και δεν άκουγε λέξη…
Εκείνη τη νύχτα σκεφτότανε αγκαλιά με το μαξιλάρι πόσο πολύ θα ήθελε να είχε αληθινούς φίλους και όχι γυάλινους… Είχε βαρεθεί τόσο να βλέπει τις μέρες του να χάνονται, να μην αντιλαμβάνεται το πώς περνάει ο χρόνος και το πώς αλλάζουν οι εποχές, πως έρχονται και φεύγουν οι μέρες των γιορτών χωρίς εκείνος να τις γιορτάζει! Δεν ήξερε όμως τι να κάνει για να αλλάξει ζωή. Από τότε που θυμάται τον εαυτό του ήτανε πάντα ο “άχρηστος”. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε αληθινούς φίλους, ποτέ του δεν είχε κοπέλα, ποτέ του δεν είχε τίποτα. Όσο πήγαινε ακόμη σχολείο ήταν εκείνος που γελούσαν μαζί του όλοι και όλες! Πιο μικρός έτρωγε ξύλο και ήτανε ο “μαλάκας” που κάποιοι “μάγκες” έφτυναν. Όταν τέλειωσε το σχολείο, κρύφτηκε στο γυάλινο κόσμο που πάντοτε τον γοήτευε, τότε μπορούσε να το κάνει, είχε όλο το χρόνο για να το κάνει. Τι ωραίος που ήταν αυτός ο κόσμος! Μπορούσε να προσποιείται πως είναι κάτι άλλο και οι άλλοι να τον σέβονται… Ένιωθε υπέροχα όταν ένιωθε πως τον σέβονται. Εκείνη τη νύχτα όμως συνειδητοποίησε εκείνο που γνώριζε από καιρό, πως δηλαδή όλο αυτό ήταν ένα ψέμα και δεν είχε μέσα του την παραμικρή δόση αλήθειας!
“Και τώρα τι κάνω;” ψιθύρισε και τα χείλη του ήταν σαν να δροσίστηκαν από τα δάκρυα που είχαν ποτίσει το μαξιλάρι του. Δε μπορούσε να δώσει απάντηση!
Ξαφνικά σηκώθηκε επάνω, φόρεσε τα ρούχα του και έτρεξε έξω στο δρόμο. Άρχισε να τρέχει πολύ γρήγορα, βγήκε έξω από το χωριό, έφτασε σε μια αμμουδιά και άρχισε να χαζεύει τη θάλασσα και το φεγγάρι που βουτούσε στα νερά της. Χωρίς να το καταλάβει αποκοιμήθηκε στην αμμουδιά και ας έκανε τσουχτερό κρύο, και για πρώτη φορά ήτανε χωρίς το μαξιλάρι του.

About trupo2

blogger
This entry was posted in οι ιστορίες του Τρυποκάρυδου. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s