Οι ιστορίες του Τρυποκάρυδου. Ιστορία Νο1.


Δεν είχε καταλάβει μέχρι εκείνη τη στιγμή πως είναι να αντιλαμβάνεσαι το ψέμα, για την ακρίβεια το ψέμα ήταν για αυτήν άγνωστη λέξη, μέχρι που τα γεγονότα έσκασαν σα μπαλόνι πάνω από το κεφάλι της και από εκείνη τη στιγμή και μετά άκουγε μόνο θόρυβο! Παντού θόρυβος, δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσε να την ηρεμήσει, μια και κανείς δεν μπορούσε επιτέλους να φέρει πίσω τη σιωπή. Τη σιωπή τη χρειαζόταν, για να τη φέρει πίσω σε μια προηγούμενη κατάσταση δήθεν ηρεμίας… Όμως πόσα ψέματα κρύβει αυτή η όμορφη σιωπή;


Η Μάρθα περπατούσε αργά, σιωπηλά μέσα στο γκρίζο της πόλης. Οι πρώτες νιφάδες χιονιού έπεφταν εκεί κάτω στον κόσμο, αλλά με τίποτα δεν ήταν ικανές να ασπρίσουν τη μαυρίλα της σιωπής. Τι χρώμα λέτε να έχει ο θόρυβος μέσα στο κεφάλι της όμως; Μαύρο δεν είναι σίγουρα! Έτσι τουλάχιστον το βλέπω εγώ από εδώ πάνω που παρατηρώ τους ανθρώπους, τώρα αν είναι γκρι και πάλι δε μπορώ με σιγουριά να σας το πω, αφού αλλιώς μοιάζουν τα πράγματα πάντοτε από ψηλά και μακριά!

Όσο εκείνη περπάταγε δεν έβλεπε τίποτα, παρά μόνο άκουγε το θόρυβο, εκείνο το ανεξέλεγκτο βουητό που δεν έλεγε να κοπάσει. Τίποτα δεν θα τη σταματούσε, ήταν αποφασισμένη να νικήσει το θόρυβο! Αφού περπάτησε δεκάδες μέτρα έχοντας πάρει την απόφαση της και έφτασε στο πιο κεντρικό σημείο αυτής της σιωπηλής πόλης, ήταν πια έτοιμη! Το δεξί χέρι της κινήθηκε αργά και αποφασιστικά να πιάσει εκείνο που είχε στη μεγάλη της τσέπη. Οι περαστικοί την προσπερνούσαν αδιάφορα βυθισμένοι στη σιωπή τους και κανείς δεν είχε προσέξει τα δάκρυα της, κανείς δεν ενδιαφερόταν για τα δάκρυα της! Είχε έρθει η ώρα λοιπόν να νικήσει το θόρυβο και να σπάσει τη δική τους σιωπή. Σε λίγο θα το είχε καταφέρει! Εκείνη απλά θα κείτονταν νεκρή στη μέση της πλατείας και εκείνος ο σιωπηλός κόσμος τρομαγμένος από τον ξαφνικό θόρυβο και το κατακόκκινο αίμα θα άρχιζε να ουρλιάζει! Ήταν το τέλειο σχέδιο! Αυτό ήταν για τη Μάρθα η πιο τέλεια εικόνα που θα μπορούσε να φτιάξει με τα πινέλα του ο πιο ταλαντούχος ζωγράφος!

Μια στιγμή όμως! Στην άλλη άκρη της πλατείας ένα παιδί είχε καθίσει κάτω αγνοώντας τους πάντες και με ένα κλαδάκι έκανε σχέδια επάνω στο χιόνι που είχε αρχίσει ήδη να καλύπτει τους δρόμους της σιωπηλής πόλης. Έμοιαζε να ναι πέντε, ή το πολύ έξι χρονών, και ήταν σα να είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Βρισκόταν εκεί και απλώς κοίταζε τις νιφάδες και που και που σκάλιζε τις πρώτες λέξεις που έμαθε πάνω στο χιόνι. Η Μάρθα το πρόσεξε και άρχισε σιγά σιγά να το πλησιάζει και με ένα τρόπο σχεδόν μαγικό καθώς πλησίαζε το παιδί ο θόρυβος που άκουγε έπαυε να είναι τόσο δυνατός, μέχρι που τη στιγμή που στάθηκε δίπλα του είχε σταματήσει εντελώς.

“Τι κάνεις εκεί;” ρώτησε η Μάρθα το παιδί.
“Γράφω το όνομα της μαμάς μου” μουρμούρησε ο μικρός. Η Μάρθα κοίταξε για λίγο τα ορνιθοσκαλίσματα του μικρού στο φρέσκο χιόνι μα δεν καταλάβαινε τίποτα! Ωστόσο ο μικρός συνέχιζε να σκαλίζει το χιόνι…
“Θες βοήθεια; Πως τη λένε τη μαμά σου;”, είπε και πριν καλά καλά προλάβει να πάρει απάντηση καθόταν ήδη δίπλα στο παιδί κρατώντας και εκείνη ένα κλαδί με το δεξί της χέρι.
“Ελπίδα τη λένε τη μαμά μου” είπε ο μικρός κοιτώντας τη Μάρθα με λαχτάρα. Εκείνη ήταν η καλή νεράιδα που βρέθηκε στο δρόμο του για να του εκπληρώσει το όνειρο του, να τον κάνει να δει το όνομα της μαμάς του γραμμένο στο χιόνι, δηλαδή!
“Κοίτα μικρέ! Έτσι γράφεται! Έψιλον, λάμδα, πι, γιώτα, δέλτα, άλφα! Έξι γράμματα , Ελπίδα! Δοκίμασε να το κάνεις και εσύ!” Το μικρό αγόρι δεν τα κατάφερνε και έτσι η Μάρθα πήρε το χέρι του και άρχισαν σιγά σιγά να γράφουν μαζί το όνομα επάνω στο χιόνι, ξανά και ξανά.
“Εμένα ξέρεις πως με λένε; Μάρθα με λένε! Εσένα;”
“Κώστα”
“Kώστα γιατί κάθεσαι εδώ πέρα μονάχος σου; Που είναι η μανούλα; Ωραία το γράψαμε το όνομα της στο χιόνι, καιρός όμως είναι τώρα να πάμε σπίτι! Ναι; Θα κρυώσεις! “
“Μα δε μπορείς να με πας στη μαμά μου!”
“Ναι, ναι! Καλά ! Νομίζεις! Σήκω επάνω και θα δεις πόσο γρήγορα θα βρεθείς στη μανούλα σου!” O μικρός σηκώθηκε επάνω, τα ρούχα του ήταν βρεγμένα από το χιόνι, το ίδιο και της Μάρθας, ωστόσο επέμενε “Μα δε μπορείς να με πας στη μανούλα!”.
Όσο η Μάρθα τον κοίταζε με απορία εκείνος έπιασε με το μικρό του χεράκι το δικό της και το σήκωσε ψηλά σαν να ήθελε κάτι να της δείξει. Τότε, κρατώντας το χέρι της, με τον μικρό του δείκτη να δείχνει τον γκρίζο ουρανό, και τις νιφάδες του χιονιού να χτυπούν το μικρό του πρόσωπο το παιδί φώναξε “Εκεί πάνω είναι η μαμά μου! Μπορείς να με πας και εκεί;”…

Δεν θα σας πω τι έγινε στη συνέχεια. Μπορεί να βάλει ο νους του καθενός από εσάς ό,τι θέλει. Θα σας πω μόνο πως η Μάρθα δεν αυτοπυροβολήθηκε σε εκείνη την πλατεία, όπως αρχικά είχε σχεδιάσει. Κατάλαβε επίσης πως η αιτία που άκουγε εκείνο το θόρυβο ήταν πως είχε επιλέξει να αγαπήσει ένα πλάσμα που δεν υπήρξε ποτέ, ένα δημιούργημα της δικής της φαντασίας που απλώς το είχε προσαρμόσει στο πρόσωπο ενός ανθρώπου. Για αυτό λοιπόν και ήταν τρομερός ο θόρυβος!

Αυτή είναι η πρώτη ιστορία που είπα να σας διηγηθώ.
Βλέπω πολλά εκεί ψηλά όταν πετάω και όταν ξεκουράζομαι στους κορμούς των δέντρων.
Ελπίζω να σας άρεσε!

Με πολύ αγάπη!
Τρυποκάρυδος!

About trupo2

blogger
This entry was posted in οι ιστορίες του Τρυποκάρυδου. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s