Στις 6 Δεκεμβρίου του 1990 πέθανε ο άνθρωπος που δημιούργησε το ελληνικό ροκ, και δυστυχώς για εμάς το πήρε μαζί του!


Η ιστορία ξεκίνησε στις 27 Αυγούστου του 1948, στην περιοχή της Κυψέλης στην Αθήνα. Ο πατέρας ήταν ποντιακής καταγωγής, και η μητέρα Κρητικής, απόγονος του Ζορμπά. Η οικογένεια ήταν σχετικά εύπορη, ώστε ο Παύλος και η μικρότερή του αδερφή να μεγαλώσουν σε ένα ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον χωρίς σημαντικά οικονομικά προβλήματα. Ως μαθητής, δεν ήταν πολύ μελετηρός, αλλά από μικρός φάνηκε να έχει κλήση στα μαθηματικά, κάτι που επιβεβαιώθηκε τα μετέπειτα χρόνια, με την είσοδό του στο Μαθηματικό του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης.

Στα εφηβικά του χρόνια, τα πρώτα rock μουσικά ερεθίσματα, ήταν οι Animals, οι Beatles, οι Rolling Stones, ενώ επίσης άκουγε τους Έλληνες Charms και μετέπειτα τους MGC του Δημήτρη Πουλικάκου, αργότερα φίλου και συνεργάτη του Παύλου Σιδηρόπουλου.

Στα τέλη του ‘60 μπαίνει στο Πανεπιστήμιο, Μαθηματικό όπως είπαμε. Οι συγκυρίες τον φέρνουν να συγκατοικεί με τον Βαγγέλη Γερμανό, που ήδη είχε αρχίσει την ενασχόλησή του με την rock. Τα κοινά ακούσματά τους, τους έκαναν να περνάνε ώρες μαζί, παίζοντας τραγούδια της εποχής.

Ως φοιτητής ο Σιδηρόπουλος, είχε σχηματίσει έναν χαρακτήρα αριστερής φιλοσοφίας, και παρόλο που κράταγε μία απόσταση από τα κοινά, ήταν αντίθετος για τον μη ξεσηκωμό των φοιτητών του Πανεπιστημίου, ενάντια στην δικτατορία του Παπαδόπουλου.
Αν και ακόμα δεν είχε ασχοληθεί ενεργά με την μουσική, παρά μόνο ως ακροατής, κυνηγούσε κάθε rock συναυλία που γινόταν στην Θεσσαλονίκη, ενώ παράλληλα είχε αρχίσει να γράφει και τους πρώτους του στίχους.

Οι σπουδές στο Μαθηματικό, είχαν πάψει να τον απασχολούν και στην ουσία τα είχε παρατήσει. Κάπου εκεί, γνώρισε τον Παντελή Δεληγιαννίδη, κιθαρίστα και πρώην μέλος των Olympians, ο οποίος ήταν δυσαρεστημένος από την καθαρά pop στροφή του συγκροτήματος, και αποφασίζουν μαζί να κάνουν το μεγάλο βήμα. Με κίνητρο κάποιες γνωριμίες του Δεληγιαννίδη, γύρω από την μουσική, φεύγουν για την Αθήνα, γράφουν τα πρώτα τους κομμάτια και καταφέρνουν να τα κυκλοφορήσουν το 1970 ως Δάμων και Φιντίας από την ΛΥΡΑ. Το δισκάκι περιείχε τα κομμάτια «Ο κόσμος τους» και το «Ξέσπασμα». Ο δίσκος χαρακτηρίστηκε, όσον αφορά τη μουσική αλλά και τους στίχους, πολύ προοδευτικός για τα δεδομένα της Ελλάδα.Περίπου ένα χρόνο αργότερα, και ενώ οι τάσεις της εποχής αρχίζουν να ξεπερνούν την pop και η rock αρχίζει να ανθίζει στη χώρα μας, μια ομάδα καλλιτεχνών μαζεύονται στο ιστορικό Κύτταρο και δίνουν παραστάσεις. Socrates, Πουλικάκος, Γλέζου, Σαββόπουλος και άλλοι, μαζί και οι Δάμων και Φιντίας. Μάλιστα ηχογραφούν το ιστορικό για την Ελληνική Rock album, «Ζωντανοί στο Κύτταρο», όπου ο Σιδηρόπουλος με τον Δεληγιαννίδη συμμετέχουν με τον «Γερο-Μαθιό».

Το 1972, έρχεται η συνεργασία των Δάμων και Φιντίας με τα Μπουρμπούλια, Βασίλη Ντάλλα (μπασίστας) και Νίκο Τσιλόγιαννη (ντραμς), που πλαισίωναν μέχρι τότε τον Διονύση Σαββόπουλο. Ως Μπουρμπούλια πλέον και με την συμμετοχή του Μάικλ Φρογκ στο κλαρίνο, ξεκινάνε εμφανίσεις σε διάφορα κλαμπς. Δεν άργησαν να ηχογραφήσουν και το σαρανταπεντάρι που περιείχε το κομμάτι «Ντάμης ο σκληρός». Το αρχικό όνομα του τραγουδιού, ήταν «Ντάμης ο ληστής», αλλά για να αποφύγουν τυχόν λογοκρισία το άλλαξαν.Τα Μπουρμπούλια, δεν άντεξαν πολύ. Μετά από αρκετές προσπάθειες για ηχογράφηση κάποιου δίσκου, αλλά και αναζήτηση κάποιου χώρου για να εμφανίζονται και να τους επιφέρει έσοδα, το σχήμα διαλύεται και ο καθένας τραβάει διαφορετικό δρόμο. Άλλοι σε άλλα ήδη μουσικής, άλλοι φεύγουν για το εξωτερικό και ο Σιδηρόπουλος μετακομίζει πάλι στη Θεσσαλονίκη, που δεν θα μείνει πολύ. Επιστρέφει στην Αθήνα, μετά από λίγο, αλλά πλέον δεν ασχολείται με την μουσική παρά δουλεύει στο εργοστάσιο του πατέρα του.

Έχουμε μπει πλέον στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Το rock κάνει τη μεγαλύτερη καμπή της ιστορίας του ίσως, και το πολιτικό τραγούδι με την επιστροφή της δημοκρατίας, ανθεί. Ο Σιδηρόπουλος, βρισκόμενος σε αδιέξοδο, και μη μπορώντας να κρατηθεί μακριά από το τραγούδι, ψάχνει την ευκαιρία να επιστρέψει με κάποιο τρόπο στα πράγματα. Κάπου εκεί έρχεται η πρόταση να δοκιμαστεί από τον Γιάννη Μαρκόπουλο, καταξιωμένο καλλιτέχνη, όπου και καταλήγουν σε συνεργασία. Παρόλο που το είδος είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που εκφράζει τον Παύλο, συμμετέχει στις παραστάσεις και σε κάποιες ηχογραφήσεις δίσκων του Μαρκόπουλου, μέχρι που έρχεται και από εκεί το διαζύγιο, αφήνοντάς τον πάλι στην αναζήτηση.

Τα χρόνια περνάνε, το πολιτικό τραγούδι αρχίζει να παρακμάζει και δειλά δειλά rock μπάντες ξεπηδούν για να αμφισβητήσουν την εμπορευματοποίηση της μουσικής της τότε εποχής. Μία από αυτές ήταν και οι Σπυριδούλα, ιστορική μπάντα που συνεχίζει μέχρι και σήμερα. Δημιουργήθηκαν το 1977 και το 1978 οι δρόμοι τους συναντήθηκαν με του Παύλου Σιδηρόπουλου, για να μας χαρίσουν την πιο όμορφη δουλειά στην ιστορία του Ελληνικού Rock. Την μπάντα αποτελούσαν οι αδερφοί Σπυρόπουλοι, Βασίλης και Νίκος, ο Τόλης Μαστρόκαλος, ο Ανδρέας Μουζακίτης και ο Παύλος. Ξεκίνησαν να κάνουν εμφανίσεις σε κλαμπς της εποχής, όπου και τους ανακάλυψαν από την ΕΜΙ. Μετά από πολλές ώρες στο studio, το 1978 κυκλοφόρησε ο δίσκος τους, «Φλου». Αναμφισβήτητα είναι ο σημαντικότερος δίσκος του χώρου μέχρι σήμερα. Μία κατάθεση ψυχής του Παύλου Σιδηρόπουλου. Ο δίσκος προσπαθεί να ενώσει την ξενόφερτη rock με τον ελληνικό στίχο, πράγμα που δικαίωσε αυτήν την προσπάθεια.

Παρ’ όλα αυτά, είχαν αρχίσει οι προστριβές μέσα στο συγκρότημα, λόγω ιδεολογικών διαφορών, που τελικά οδήγησαν τον Παύλο και τους Σπυριδούλα σε διαφορετικές κατευθύνσεις.

Το 1979, θα δεχθεί την πρόταση του Ανδρέα Θωμόπουλου να πρωταγωνιστήσει στην ταινία του «Ασυμβίβαστος», και θα την αποδεχτεί. Η ταινία θα περάσει σχετικά απαρατήρητη, ενώ στο σάουντρακ το τραγούδι «Να μ’ αγαπάς» μεταγενέστερα θα γίνει ραδιοφωνικό σουξέ.

Μετά την φυγή του από τους Σπυριδούλα και το επιχείρημα του Ασυμβίβαστου, ο Σιδηρόπουλος πάλι βρίσκετε στην αναζήτηση συγκροτήματος. Το καλοκαίρι του 1979 συναντά τον κιθαρίστα Θόδωρο Παπαντίνα και αποφασίζουν την ίδρυση του συγκροτήματος με το όνομα «Εταιρία Καλλιτεχνών», και με την προσθήκη του Στίλπων Νέστωρ, του Γιώτη Μπάγκαλα και του Τόλη Μαστρόκαλου. Ξεκινάνε τις πρόβες και τα Lives. Λόγω διαφωνιών όμως που υπήρχαν σχετικά με το πώς θα κινηθούν, διαλύονται πρόωρα, χωρίς να αφήσουν κάποια δουλειά πίσω τους. Ο Παύλος μετά από την διάλυση του γκρουπ αναζητά για ακόμα μιά φορά, μουσικούς για την σύσταση νέου σχήματος.

Ένα περίπου χρόνο αργότερα, μαζεύει τους μουσικούς, Οδυσσέα Γαλανάκη, Βασίλη Πετρίδη, Αλέκο Αράπη, και Άκη Σημηριώτη και σχηματίζουν την μπάντα «Παύλος Σιδηρόπουλος και οι Απροσάρμοστοι». Το 1982 θα κυκλοφορήσουν τον δίσκο «Εν Λευκώ». Έναν δίσκο, που ο Σιδηρόπουλος θα κάνει μια καταγραφή, των αδιεξόδων του και τη σχέση του με τα ναρκωτικά, για τα οποία μιλάει με πολύ ρεαλισμό, φωτογραφίζοντας την αρνητική επίδραση που μπορούν να έχουν στον άνθρωπο. Ακολούθησαν αρκετά lives μετά το δίσκο, μέχρι το 1985, όπου θα ξαναμπεί στο studio με τους Απροσάρμοστους, για την ηχογράφηση του «Zorba the freak”, και παραγωγό τον Δημήτρη Πουλικάκο.

Το «Zorba the freak», απείχε κατά πολύ στιχουργικά από το σκοτεινό και καταθλιπτικό «Εν Λευκώ». Η σάτιρα και η αισιοδοξία, χαρακτηρίζουν το album, και δίνουν ευχάριστη αίσθηση στον ακροατή.

Τα επόμενα χρόνια, θα συμμετέχει στο σάουντρακ της ταινία ΝΟΚ ΑΟΥΤ, θα κυκλοφορήσει μια συλλογή με κάποιες από τις παλαιότερες συνθέσεις του και θα συμμετέχει σε δίσκο του Μαρκόπουλου. Το 1989, θα ηχογραφήσει για πρώτη φορά Live album, με τίτλο «Χωρίς Μακιγιάζ». Ένας δίσκος, που θα προβληματίσει πολλούς από τους φίλους της μπάντας, λόγω του ότι περίμεναν μέσω μιας ζωντανής ηχογραφήσης, να αποτυπωθεί η ενέργεια, και η δυναμική των συναυλιών του Σιδηρόπουλου. Η φιλοσοφία αυτού του δίσκου, ακόμα παραμένει άγνωστη. Τα περισσότερα κομμάτια του δίσκου, είχαν καθαρά ακουστικό χαρακτήρα.

Ένα χρόνο αργότερα, 1990, ο Σιδηρόπουλος και οι Απροσάρμοστοι, θα αρχίσουν τις ηχογραφήσεις νέου δίσκου, με τίτλο, «Άντε και καλή τύχη μάγκες». Κατά την διάρκεια της περιόδου των ηχογραφήσεων, θα συμβεί το μοιραίο..

6 Δεκεμβρίου του 1990. Ο Παύλος βρέθηκε νεκρός από υπερβολική δόση ναρκωτικών στο σπίτι του, το άλλο πρωί. Το νέο συντάραξε όλους όσους τον ήξεραν, είτε προσωπικά, είτε μέσω των τραγουδιών του.

Οι Απροσάρμοστοι, μπόρεσαν να μαζέψουν τα κομμάτια τους, και μαζί με κάποιους φίλους, συνέχισαν και ολοκλήρωσαν το έργο που άφησε ο Παύλος Σιδηρόπουλος, τελειώνοντας την ηχογράφηση του «Άντε και καλή τύχη μάγκες». Σε αυτόν συμμετείχαν, ο Γιάννης Αγγελάκας, οι αφοί Κατσιμίχα και ο Γιάννης Γιοκαρίνης. Ο δίσκος κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά.

Μετά τον θάνατό του, θα κυκλοφορήσουν αρκετοί δίσκοι του. Άλλοι με ανέκδοτες ηχογραφήσεις του, άλλοι από συναυλίες και πολλοί σε επανεκδόσεις. Πιο χαρακτηριστικοί, είναι «Τα μπλουζ του Πρίγκιπα», που είχε λειτουργήσει σαν promo στις αρχές του ‘80, ενώ βρισκόταν στην αναζήτηση συνεργατών, και ο «Εν αρχή ην ο λόγος», με ζωντανές ηχογραφήσεις αλλά και με αποσπάσματα από συνέντευξη του Σιδηρόπουλου.

Το τέλος του, ήταν πρόωρο. Το έργο του, μεγάλο. Όσοι τον γνώρισαν, είχαν να πουν τα καλύτερα λόγια. Για τους νεότερους που δεν είχαν την τύχη να τον δουν ποτέ, αιωρείται ένα μεγάλο γιατί; Για τον ίδιο, είναι το κρίμα, που δεν μπόρεσε να καταλάβει εν ζωή. Αυτό που είχε καταφέρει να πετύχει!

http://www.rockap.gr/?p=400



Τρυποκάρυδος: ΑΝ Ο ΠΑΥΛΟΣ ΖΟΥΣΕ ΣΗΜΕΡΑ ΘΑ…

Στις 6 Δεκεμβρίου του 1990 πέθανε το ελληνικό- ελληνόφωνο ροκ μαζί με τον άνθρωπο που ουσιαστικά το ανέδειξε σ’ αυτήν εδώ τη χώρα… Έχουν περάσει 19 χρόνια από τότε, αλλά και σε 100, και σε 200, και σε όσα κανείς δεν θα ξεχάσει τον Παύλο- εντάξει για εσάς δεν ξέρω, εγώ πάντως θα τον θυμάμαι και στις επόμενες μου ζωές! Το σίγουρο είναι πως αν δεν είχε πεθάνει- και αυτός και κάποιοι άλλοι- τα πράγματα θα ήταν αλλιώς. Δεν θα σώπαινε, θα υπήρχε ένας άνθρωπος- αληθινός καλλιτέχνης να τους τα χώνει… Βέβαια, δεν ξέρουμε αν θα τον σκότωναν, κυριολεκτικά ή μεταφορικά…

Τι θα έλεγε σήμερα και τι θα μας τραγουδούσε για την αρρωστημένη κοινωνία του σκυλάδικου, της Τατιάνας, της Λαμπίρη και της Πετρούλας; Μπορεί να μην άντεχε να τα βλέπει όλα αυτά και να έπεφτε από την ακρόπολη χωρίς να πει λέξη…

Βέβαια αν γεννιόταν σήμερα και όχι το 1948 δεν θα τον γνώριζε κανείς! Αν γεννιόταν σήμερα δεν θα “πουλούσε”, θα τον κορόιδευαν οι ματαιόδοξοι άνθρωποι, θα γέλαγαν μαζί του και θα τον λέγαν γραφικό. Όσο για τα τραγούδια του, θα τα ήξερε μόνο ο ίδιος. Σήμερα μονάχα οι πουτανίτσες που τα βγάζουν πουλάνε. Δεν υπάρχει τίποτα!

Έχετε σκεφτεί ποτέ πόσοι άνθρωποι με πραγματικό ταλέντο χάνονται; Το ίδιο θα πάθαινε και εκείνος αν γεννιόταν σήμερα ή χθες…

Το σήμερα είναι ένας διαρκής θάνατος. Ό,τι αξίζει πεθαίνει. Όσο για μένα, γεννήθηκα σε λάθος εποχή. Θα έπρεπε να είχα γεννηθεί το 50 και όχι στα τέλη της δεκαετίας του 80. Τότε ίσως και να είχε δύναμη η φωνή μου. Τώρα, απλώς δεν έχει σημασία. Ούτε στο μέλλον θα έχει. Σε λίγο καιρό θα καθαρίζω με το ράμφος μου τουαλέτες. Θα καθαρίζω τα σκατά της Τζούλιας και της Πετρούλας. Στην ίδια θέση θα βρισκόταν και ο Παύλος, αν ήταν σήμερα 20 ετών και κάτι ψιλά…

Μήπως τελικά ο θάνατος είναι καλύτερος από το διαρκή θάνατο της ζωής εδώ κάτω ανάμεσα τους;

Δεν ξέρω!




About trupo2

blogger
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s